Τους βρήκε το ξημέρωμα να περπατούν στους άδειους δρόμους του Βερολίνου. Το μυαλό του δεν μπορούσε να χωνέψει όσα έγιναν τις τελευταίες ώρες. Ήθελε να χαρεί και να κλάψει από το θυμό. Η ζωή του έιχε αλλάξει, από ένα παιχνίδι της μοίρας, από μια βραδυά σε μια δεξίωση, όταν την πρωτοείδε.
“Αγαπημένε μου Μάρκο… Πώς θα μπορούσα να σου εξηγήσω; Ήταν δύσκολα χρόνια και το ξέρεις κι εσύ. Το έθνος μας είχε ανάγκη κάθε βοήθεια κι εγώ προσφέρθηκα να βοηθήσω με όποιο τρόπο μπορούσα… Είναι πολλά που δεν γνωρίζεις για μένα, πράγματα που έκανα. Δυσάρεστα αλλά απαραίτητα. Ήμασταν σε πόλεμο, άλλωστε… Έπρεπε να “χαθώ”, να εξαφανιστώ. Ήταν απαραίτητο για την άμυνα της χώρας…”
“Τί εννοείς; Ήσουν κατάσκοπος δηλαδή;”, τη διέκοψε ο Μάρκο.
“Ναι καλέ μου Μάρκο. Τα ίχνη μου έπρεπε να σβηστούν για το καλό όλων και κυρίως της πατρίδας… Έφυγα στην Αγγλία, όπου έμεινα μέχρι την εισβολή των Αγγλοαμερικάνων… Γύρισα στο Βερολίνο και μετά στο Έσσεν. Δύσκολες μέρες και ώρες. Όμως φαντάζομαι εσύ τα πήγες καλύτερα από μένα. Η ζωή σου έχει γίνει καλύτερη! Είσαι στην πολιτική, ζεις στη χώρα που ονειρευόσουνα… Πώς είσαι; Παντρεύτηκες; Ποιά είναι η ζωή σου;”
Ο Μάρκο, δεν ήξερε τί να πει… Δεν ήξερε πώς να της περιγράψει, αυτό που ήταν η ζωή του. Αυτό που έγινε η ζωή του, το πώς ξεκίνησε, με ποιά όνειρα και που κατέληξε… Το δεξί χέρι ενός κακοποιού.
“Η ζωή μου ήταν γεμάτη από… εκπλήξεις” Είπε κοφτά και έβγαλε ένα τσιγάρο από την ταμπακιέρα του. “Θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, ξέρεις. Θα ήθελα να είναι αλλιώς!” ένοιωσε τα μάτια νου να τον καίνε και με δυσκολία κράτησε ένα λυγμό κι ένα δάκρυ. Ήταν τόσα τα χρόνια, που δεν είχε κλάψει, που πια δεν ένοιωθε άνετα. Αντίθετα, το έβλεπε σαν αδυναμία και φοβήθηκε.
“Λυπάμαι για το πώς ήρθαν τα πράγματα, μεταξύ μας, Μάρκο…” Σταμάτησε στη μέση του δρόμου και τον κοίταξε.
“Λυπάσαι; Απλά λυπάσαι; Μόνο αυτό εχεις να μου πεις; Τόσα χρόνια ζούσα με την ανάμνησή σου και το μόνο που λες, είναι ότι λυπάσαι; Η ζωή μου καταστράφηκε από τη μέρα που σε έχασα και εσύ απλά λυπάσαι;”
Τα δάκρυα πια έτρεχαν από τα μάτια του χωρίς να μπορεί να κάνει τίποτα για να τα σταματήσει.
“… Σε αγάπησα, όσο τίποτε άλλο, γαμώτο! Μου αξίζει κάτι παραπάνω από ένα “λυπάμαι”! “
Τον κοίταξε στα μάτια και τον φίλησε απαλά στα χείλη.
“Ποτέ δεν έπαψα να σε αγαπώ Μάρκο…”
Κατέληξαν στο ξενοδοχείο του, να κάνουν έρωτα μέχρι αργά το μεσημέρι. Το απόγευμα, χάζευαν το δειλινό από το παράθυρο. Έβλεπαν την ανατολική πλευρά του Βερολίνου. Μπορούσες να διακρίνεις τους Ρώσους στρατιώτες να περιπολούν.
Ο Μάρκο, σκεφτόταν τις ανατροπές της ζωής του. Ένοιωθε σα να ήταν ένας κύκλος, που τώρα έκλεισε, εκεί που ξεκίνησε. Με πόνο και κόστος, γύρισε στην αρχή. Ένοιωθε μια απίστευτη ηρεμία και γαλήνη, σαν αυτή που σου δημιουργεί η βεβαιότητα όσων είσαι βέβαιος για ό,τι κάνεις στη ζωή σου. Δεν είχε πάψει ποτέ να της ανήκει, αυτό το ήξερε, όμως ήταν η πρώτη φορά που συνειδητοποιούσε, ότι θα ήθελε να γυρίσει πίσω. Να ζήσει μαζί της, να νοιώσει ζωντανός ξανά… Σε δύο μέρες ήταν η διάσκεψη, όμως. Της μίλησε. Της είπε τα πάντα, για αυτόν. Ποιός ήταν πλέον, τί ήταν και κυρίως πώς έγινε αυτό που ήταν…
Τον άκουγε σιωπηλή. Όταν τέλειωσε, άναψε τσιγάρο, τον κοίταξε στα μάτια και με φωνή γεμάτη απόγνωση, του είπε:
“Τί θα απογίνεις; Πώς θα συνεχίσεις να ζεις έτσι;”
“Δεν αντέχω να ζω, έτσι… Θέλω να ζήσω μαζί σου. Θα τα παρατήσω όλα: Θα μείνω εδώ, μαζί σου. Θα ξεκινήσω ξανά την ιατρική. Ίσως όχι με τα ίδια σχέδια, που είχα κάποτε, αλλά μου αρκεί να είμαστε μαζί!!!”
Τον αγκάλιασε σφιχτά. Το βράδυ τηλεφώνησε στην Αμερική. Τους είπε ότι τα παρατάει, φεύγει. Εξήγησε τους λόγους.
Οι εβδομάδες περνούσαν ζώντας το όνειρο. Ζούσαν, μαζί, στο διαμέρισμά της στα όρια του Charllotenburg. Το πρωί έψαχνε για ιατρείο και το βράδυ, διασκέδαζαν και μιλούσαν για τα χρόνια που έχασαν. Ο έρωτάς τους είχε το πάθος και τη μελαγχολία του να προλάβουν, να αναπληρώσουν στιγμές. Χαρές και λύπες που στερήθηκαν μαζί.
Ήταν προχωρημένη νύχτα και μόλις γύριζαν από το Chamäleon, ένα από τα πλέον γνωστά καμπαρέ της πόλης. Γέλαγαν στη μέση του δρόμου. Αγκαλιάζονταν και αντάλλαζαν φιλιά, κάτω από τα φώτα του δρόμου. Κάποια λίγα αυτοκίνητα περνούσαν, αραιά και που. Η νύχτα ήταν γλυκιά, με καθαρό ουρανό και δεν είχαν καμία διάθεση, να πάρουν ταξί. Έστριψαν τη γωνία, της γειτονιάς τους και αυτή έβγαλε τα κλειδιά από τη τσάντα της. Ο Mάρκο, νόμισε πώς είδε μια σκιά να βγαίνει από την είσοδο, όταν άκουσε ένα κρότο και μια λάμψη, που σχεδόν τον τύφλωσε. Έκλεισε τα μάτια, ξαφνιασμένος και δεν πρόλαβε να τη δει να σωριάζεται νεκρή στο πεζοδρόμιο. Την ίδια στιγμή, ήταν κι ο ίδιος νεκρός με μια σφαίρα στο κεφάλι. Τους πυροβόλησαν άλλες δύο φορές τον καθένα, για σιγουριά.
“Pezzo di merda!!!” Φώναξε ο ένας από τους εκτελεστές τους.
Αντί επιλόγου: Όταν πρωτοέγραψα το part 1, το έκανα με τη σκέψη να αφήσω εσάς να φτιάξετε την ιστορία, όπως θα σας έβγαινε. Η Μαρία Δεδούση ήταν αυτή που έγραψε το part 2. Αυτό έγινε αρχές του καλοκαιριού. Έκτοτε το Μαράκι θα έφευγε για διακοπές στην Ελλάδα και από τότε χάθηκε, εντελώς. Κανένα ποστ, κανένα μέηλ.
Της το αφιερώνω όλο αυτό με την ελπίδα και την ευχή να είναι καλά.
Πρόσφατα σχόλια