Archive for the 'SciFi' Category

09
Οκτ.
07

Last Tango in Berlin. Part 5 The End

berlin-156.jpg

Τους βρήκε το ξημέρωμα να περπατούν στους άδειους δρόμους του Βερολίνου. Το μυαλό του δεν μπορούσε να χωνέψει όσα έγιναν τις τελευταίες ώρες. Ήθελε να χαρεί και να κλάψει από το θυμό. Η ζωή του έιχε αλλάξει, από ένα παιχνίδι της μοίρας, από μια βραδυά σε μια δεξίωση, όταν την πρωτοείδε.

 

«Αγαπημένε μου Μάρκο… Πώς θα μπορούσα να σου εξηγήσω; Ήταν δύσκολα χρόνια και το ξέρεις κι εσύ. Το έθνος μας είχε ανάγκη κάθε βοήθεια κι εγώ προσφέρθηκα να βοηθήσω με όποιο τρόπο μπορούσα… Είναι πολλά που δεν γνωρίζεις για μένα, πράγματα που έκανα. Δυσάρεστα αλλά απαραίτητα. Ήμασταν σε πόλεμο, άλλωστε… Έπρεπε να «χαθώ», να εξαφανιστώ. Ήταν απαραίτητο για την άμυνα της χώρας…»

 

«Τί εννοείς; Ήσουν κατάσκοπος δηλαδή;», τη διέκοψε ο Μάρκο.

 

«Ναι καλέ μου Μάρκο. Τα ίχνη μου έπρεπε να σβηστούν για το καλό όλων και κυρίως της πατρίδας… Έφυγα στην Αγγλία, όπου έμεινα μέχρι την εισβολή των Αγγλοαμερικάνων… Γύρισα στο Βερολίνο και μετά στο Έσσεν. Δύσκολες μέρες και ώρες. Όμως φαντάζομαι εσύ τα πήγες καλύτερα από μένα. Η ζωή σου έχει γίνει καλύτερη! Είσαι στην πολιτική, ζεις στη χώρα που ονειρευόσουνα… Πώς είσαι; Παντρεύτηκες; Ποιά είναι η ζωή σου;»

 

Ο Μάρκο, δεν ήξερε τί να πει… Δεν ήξερε πώς να της περιγράψει, αυτό που ήταν η ζωή του. Αυτό που έγινε η ζωή του, το πώς ξεκίνησε, με ποιά όνειρα και που κατέληξε… Το δεξί χέρι ενός κακοποιού.

 

«Η ζωή μου ήταν γεμάτη από… εκπλήξεις» Είπε κοφτά και έβγαλε ένα τσιγάρο από την ταμπακιέρα του. «Θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, ξέρεις. Θα ήθελα να είναι αλλιώς!» ένοιωσε τα μάτια νου να τον καίνε και με δυσκολία κράτησε ένα λυγμό κι ένα δάκρυ. Ήταν τόσα τα χρόνια, που δεν είχε κλάψει, που πια δεν ένοιωθε άνετα. Αντίθετα, το έβλεπε σαν αδυναμία και φοβήθηκε.

 

«Λυπάμαι για το πώς ήρθαν τα πράγματα, μεταξύ μας, Μάρκο…» Σταμάτησε στη μέση του δρόμου και τον κοίταξε.

 

«Λυπάσαι; Απλά λυπάσαι; Μόνο αυτό εχεις να μου πεις; Τόσα χρόνια ζούσα με την ανάμνησή σου και το μόνο που λες, είναι ότι λυπάσαι; Η ζωή μου καταστράφηκε από τη μέρα που σε έχασα και εσύ απλά λυπάσαι;»

 

Τα δάκρυα πια έτρεχαν από τα μάτια του χωρίς να μπορεί να κάνει τίποτα για να τα σταματήσει.

 

«… Σε αγάπησα, όσο τίποτε άλλο, γαμώτο! Μου αξίζει κάτι παραπάνω από ένα «λυπάμαι»! «

 

Τον κοίταξε στα μάτια και τον φίλησε απαλά στα χείλη.

 

«Ποτέ δεν έπαψα να σε αγαπώ Μάρκο…»

 

Κατέληξαν στο ξενοδοχείο του, να κάνουν έρωτα μέχρι αργά το μεσημέρι. Το απόγευμα, χάζευαν το δειλινό από το παράθυρο. Έβλεπαν την ανατολική πλευρά του Βερολίνου. Μπορούσες να διακρίνεις τους Ρώσους στρατιώτες να περιπολούν.

berlin-146.jpg

Ο Μάρκο, σκεφτόταν τις ανατροπές της ζωής του. Ένοιωθε σα να ήταν ένας κύκλος, που τώρα έκλεισε, εκεί που ξεκίνησε. Με πόνο και κόστος, γύρισε στην αρχή. Ένοιωθε μια απίστευτη ηρεμία και γαλήνη, σαν αυτή που σου δημιουργεί η βεβαιότητα όσων είσαι βέβαιος για ό,τι κάνεις στη ζωή σου. Δεν είχε πάψει ποτέ να της ανήκει, αυτό το ήξερε, όμως ήταν η πρώτη φορά που συνειδητοποιούσε, ότι θα ήθελε να γυρίσει πίσω. Να ζήσει μαζί της, να νοιώσει ζωντανός ξανά… Σε δύο μέρες ήταν η διάσκεψη, όμως. Της μίλησε. Της είπε τα πάντα, για αυτόν. Ποιός ήταν πλέον, τί ήταν και κυρίως πώς έγινε αυτό που ήταν…

 

Τον άκουγε σιωπηλή. Όταν τέλειωσε, άναψε τσιγάρο, τον κοίταξε στα μάτια και με φωνή γεμάτη απόγνωση, του είπε:
«Τί θα απογίνεις; Πώς θα συνεχίσεις να ζεις έτσι;»

 

«Δεν αντέχω να ζω, έτσι… Θέλω να ζήσω μαζί σου. Θα τα παρατήσω όλα: Θα μείνω εδώ, μαζί σου. Θα ξεκινήσω ξανά την ιατρική. Ίσως όχι με τα ίδια σχέδια, που είχα κάποτε, αλλά μου αρκεί να είμαστε μαζί!!!»

 

Τον αγκάλιασε σφιχτά. Το βράδυ τηλεφώνησε στην Αμερική. Τους είπε ότι τα παρατάει, φεύγει. Εξήγησε τους λόγους.

 

Οι εβδομάδες περνούσαν ζώντας το όνειρο. Ζούσαν, μαζί, στο διαμέρισμά της στα όρια του Charllotenburg. Το πρωί έψαχνε για ιατρείο και το βράδυ, διασκέδαζαν και μιλούσαν για τα χρόνια που έχασαν. Ο έρωτάς τους είχε το πάθος και τη μελαγχολία του να προλάβουν, να αναπληρώσουν στιγμές. Χαρές και λύπες που στερήθηκαν μαζί.

 

Ήταν προχωρημένη νύχτα και μόλις γύριζαν από το Chamäleon, ένα από τα πλέον γνωστά καμπαρέ της πόλης. Γέλαγαν στη μέση του δρόμου. Αγκαλιάζονταν και αντάλλαζαν φιλιά, κάτω από τα φώτα του δρόμου. Κάποια λίγα αυτοκίνητα περνούσαν, αραιά και που. Η νύχτα ήταν γλυκιά, με καθαρό ουρανό και δεν είχαν καμία διάθεση, να πάρουν ταξί. Έστριψαν τη γωνία, της γειτονιάς τους και αυτή έβγαλε τα κλειδιά από τη τσάντα της. Ο Mάρκο, νόμισε πώς είδε μια σκιά να βγαίνει από την είσοδο, όταν άκουσε ένα κρότο και μια λάμψη, που σχεδόν τον τύφλωσε. Έκλεισε τα μάτια, ξαφνιασμένος και δεν πρόλαβε να τη δει να σωριάζεται νεκρή στο πεζοδρόμιο. Την ίδια στιγμή, ήταν κι ο ίδιος νεκρός με μια σφαίρα στο κεφάλι. Τους πυροβόλησαν άλλες δύο φορές τον καθένα, για σιγουριά.

 

«Pezzo di merda!!!» Φώναξε ο ένας από τους εκτελεστές τους.

berlin-134.jpg

Αντί επιλόγου: Όταν πρωτοέγραψα το part 1, το έκανα με τη σκέψη να αφήσω εσάς να φτιάξετε την ιστορία, όπως θα σας έβγαινε. Η Μαρία Δεδούση ήταν αυτή που έγραψε το part 2. Αυτό έγινε αρχές του καλοκαιριού. Έκτοτε το Μαράκι θα έφευγε για διακοπές στην Ελλάδα και από τότε χάθηκε, εντελώς. Κανένα ποστ, κανένα μέηλ.

 

Της το αφιερώνω όλο αυτό με την ελπίδα και την ευχή να είναι καλά.
Advertisements
30
Ιον.
07

Part 5

 
Get this widget   Share   Track details

«Carro mio dottore, ho bisogno di te… Tu sei il mio consiglere!»

«Δεν μπορώ, δεν γίνεται… Έχω μεγάλο σεβασμό στο πρόσωπό σου, είναι τιμή μου να σου προσφέρω τις υπηρεσίες μου, όμως αυτό που μου ζητάς δεν μπορώ να το κάνω»

«Ma che cazzo! Non e possibile!»

«Δεν γίνεται να πάω στο Βερολίνο, σε παρακαλώ, κατάλαβε με»

Ο Don Giacomo ήταν ανυποχώρητος. Διέξοδος στην Ευρώπη εκτός της Ιταλίας ήταν διακαής του στόχος και μάλιστα μπαίνοντας στον κόσμο της πολιτικής. Ο Μάρκο θα πήγαινε στο Βερολίνο κι από εκεί Βιέννη και στη συνέχεια στη μικρή πόλη Oosterbeek. Μια μυστική συνάντηση στο ξενοδοχείο Bildeberg, ανάμεσα σε μορφές που επηρεάζουν την παγκόσμια πολιτική… Η οικογένεια θα αποκτούσε επιτέλους παραγματική δύναμη…

Σύμβουλος και προσωπικός γιατρός του Joseph Retinger, οργανωτή του εγχειρήματος, ο Μάρκο θα κατάφερνε να μπει στα άδυτα των αδύτων της παγκόσμιας πολιτικής, θα γινόταν αυτό που όλοι διακαώς επιθυμούσαν.

Η πτήση της PanAm έφτασε στο Βερολίνο λίγο μετά τις 4 το απόγευμα. Κατευθήνθηκαν με λίμο στο ξενοδοχείο Schlosshotel στο νουμερο 10 της οδού Brahmstraβe, στην πάντα ελιτίστικη περιοχή του Charlotenburg. Εκείνη την εποχή, ένα μόλις χρόνο αφού η Αν. Γερμανία ανακυρήχθηκε σε Λαϊκή Δημοκρατία, το «κέντρο¨του Βερολίνου είχε μεταφερθεί στο Charlotenburg.

Το ξενοδοχείο ήταν μια παλιά έπαυλη, της οποίας οι ιδιοκτήτες στον πόλεμο, πέθαναν με τους βομβαρδισμούς των Συμμάχων. Ο Μάρκο ήταν σχεδόν βέβαιος ότι κάποτε είχε γνωρίσει το Βαρώνο Von Claus.

Η συγκίνηση του ήταν μεγάλη… Μετά από δέκα; δεκαπέντε χρόνια, είναι πάλι στη πόλη που ερωτεύτηκε και πόνεσε όσο ποτέ. Έζησε την παράφορη αγάπη κι εξάρτηση, το να βασίζεις τη ζωή σου στα χέρια του άλλου… Είδε τη χαρά του να φορτώνεται σε ένα φορτηγό για το πουθενά και έχασε το νόημα της ζωής του.

Βγήκε στο δρόμο και ξεκίνησε να περπατάει χωρίς προορισμό, ρούφαγε εικόνες από το σήμερα για να ξαναζήσει το παρελθόν του… Η πόλη είχε αλλάξει. Σε πολλά σημεία είχαν ορθωθεί σπίτια εκεί που δεν υπήρχαν, ζευγάρια περπατούσαν πιασμένα χέρι χέρι, χωρίς το φόβο να σε σταματήσει η αστυνομία. Κοίταξε τριγύρω του και είδε τη ζωή του, την πραγματική του ζωή κι έννοιωσε αηδία για αυτό που ζούσε τώρα.

Έκλαψε με αναφιλητά, για όσα έχασε και ό,τι έχει πια. Ένα κενό…

Είχε νυχτώσει για τα καλά και έπρεπε να γυρίσει στο ξενοδοχείο, για να κανονίσει διάφορες λεπτομέρειες του ταξιδιού στη συνέχεια. Επίσης κάποιοι γερμανοί αξιωματούχοι, της ασφάλειας θα έπρεπε να συναντηθούν με την αποστολή και αν δουν το ζήτημα της μεταφοράς τόσο στη Βιέννη ή εναλλακτικά κατευθείαν στην Ολλανδία.

Έφτασε στο bar του ξενοδοχείου λίγο μετά τις δέκα το βράδυ.

Ένα τσούρμο από γραμματείς και άνδρες της ασφαλείας ήταν συγκεντρωμένοι στο κλειστό αποκλειστικά γι’ αυτούς, lobby και σερβιτόροι πηγαινοέρχονταν με δίσκους γεμάτους άδεια ποτήρια και πιάτα. Το τελευταίο που θα ήθελε θα ήταν να κάτσει σε τέτοια meetings, αλλά ήταν κάτι που δεν μπορούσε να το αποφύγει. Πήγε στο μπαρ και πήρε ένα ποτήρι κι ένα μπουκάλι βότκα.

«Τουλάχιστον αν μεθύσω δεν θα θυμάμαι και πολλά από αυτές τις αηδίες», σκέφθηκε

Κατευθήνθηκε προς το πλήθος παρατρεχάμενων

«Α! Μάρκο!» φώναξε ο Joseph, βλέποντας τον. «Έλα καλέ μου γιατρέ! Ίσως τα γερμανικά σου θα μπορέσουν να μας βοηθήσουν λίγο καλύτερα. Έλα να σε γνωρίσω με τους πρώην συμπατριώτες σου»

Ακούστηκε τόσο ξεδιάντροπα προσβλητικό μα συνάμα τόσο αληθινό…

«Κύριοι να σας συστήσω, τον καλό μου φίλο και γιατρό Marko Steinberg. Μάρκο από δω ο λοχαγός χερ Σμιτ, ο λοχαγός επίσης, χερ Ντοφμάϊερ κι η Ταγματάρχης…»

Ένοιωσε τα πόδια του να κόβονται και προς στιγμή δεν σωριάστηκε στο πάτωμα.

Αυτή στεκόταν μπροστά του με σάρκα και οστά.

24
Ιον.
07

Part 4

 
Get this widget | Share | Track details

Τα χρόνια πέρναγαν και ο Μάρκο είχε μπει για τα καλά στην «οικογένεια» βρίσκοντας θέση έμπιστου κοντά στον Don πλέον, Giacomo, ο οποίος ξεφορτώθηκε το μέχρι τότε, άρχοντα της πόλης.

Ο Μάρκο ήταν πλέον εξέχων στέλεχος του Cabrini Medical Center στο Manhattan, διευθυντής του χειρουργικού τομέα, αντιπρόεδρος του Δ.Σ. κατά τη διάρκεια της ημέρας, γιατί μετά δεν ήταν τίποτα περισσότερο από consiglere του Don Giacomo Tardelli, το νέο αστέρι της Νεοϋορκέζικης μαφίας. Ο Μάρκο είχε αποδειχθεί σε ένα σκληρό και στυγνό μέλος της «οικογένειας», τόσο που κι ο ίδιος ο Giacomo στον αγώνα του για την κυριαρχία συχνά του έλεγε μεταξύ σοβαρου κι αστείου «Ma, Marko che cazzo! Basta…Αν εσείς είχατε καμιά δεκαριά σαν εσένα, δεν θα χάνατε τον πόλεμο..!»

Ήταν ο Μάρκο που συμβούλευσε το Τζιάκομο να ξεπαστρέψει τον Don Calabro, όταν τέλειωσε η μυστική συνάντηση όλων των αφεντικών της ΝΥ στο Atlantic city και τότε, μέσα στο γενικό κλίμα ευφορίας, βρήκαν την ευκαιρία, ένα απόγευμα ενώ ήταν σε μια από τις ερωμένες του. Ο ίδιος ο Τζιάκομο τον μαχαίρωσε. 42 μαχαιριές επισήμως, σύμφωνα με την ιατροδικαστική μελέτη. Από τότε τον φωνάζουν «Il macelaio» – ο χασάπης.

Ο Μάρκο ξέχναγε τις νύχτες του παρελθόντος γυρνώντας στα καμπαρέ της «οικογένειας», δοκιμάζοντας σαμπάνια από γόβες ερεθισμένων πλούσιων γυναικών και πρόσφατα στα δωμάτια των νοσηλευτριών, που έκαναν την πρακτική τους στο νοσοκομείο.

Η εικόνα του ως εβραίου φυγά, τον βοήθησε να δημιουργήσει ένα δημοφιλές προφίλ, μάλιστα ήταν και εξώφυλλο στα ‘Ιατρικά χρονικά» . Ποιός να ‘ξερε μόνο ότι χρόνια πριν ο τότε διευθυντής του τον παρακάλαγε να γραφτεί στο κόμμα και αν δεν συνέβαιναν όλα τόσο γρήγορα, ποιός ξέρει…
Είναι φορές που έρχεται η εικόνα της στο μυαλό του, να τον αποχαιρετά,σιωπηλά, στο σταθμό, φεύγοντας για το Dahau με την κατηγορία της κατασκοπείας. Πότε; Πώς; Δεν κατάλαβε ποτέ…

Θυμάται ακόμα και τώρα τη Gestapo να σταματά κάτω από το σπίτι της οδού Hagelbergerstrasse στο Kreuzberg, μια από τις πλέον αριστοκρατικές περιοχές στο Βερολίνο, έστω και για λίγο, αφού μετά άρχισαν οι βομβαρδισμοί και δεν έμεινε τίποτα όρθιο… Τους είδε να κατεβαίνουν από τα καμιόνια και παράξενεύτηκε, για το τί μπορεί να συμβαίνει. Όταν όμως είδε να τη σέρνουν στο δρόμο, έμεινε εμβρόντητος! Ένοιωσε να χάνει τη γη κάτω από τα πόδια του, φοβήθηκε για τον ίδιο του τον εαυτό. Έμεινε να κοιτάει το φορτηγό να φεύγει κι αυτή να τον κοιτάει μ’ ένα βλέμμα όλο απόγνωση και φόβο. Όσα χρόνια κι αν περάσουν δεν μπορεί να βγάλει αυτή την εικόνα από το μυαλό του…

Γύρισε σπίτι προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει τί έγινε. Ήταν θέμα χρόνου να τον βρουν και να τον αρχίσουν ερωτήσεις… Για τί όμως; Σε τί να απαντήσει; Κόντευε να τρελλαθεί. Άναψε λενα τσιγάρο και σήκωσε το τηλέφωνο

«Herr Bauer bitte. 2243557 Charlottenburg»

«Αμέσως»του απάντησε η τηλεφωνήτρια

Χτύπησε αρκετές φορές, μέχρι που απάντησε μια αντρική φωνή, μιλώντας σιγά και διστακτικά

«Hallo?»
«Εγώ είμαι» απάντησε ο Μάρκο «συνέβει κάτι τρομερό, πρέπει να σε δω. Τώρα!»

«Ηρέμησε. Ξέρω… Τη συνέλαβαν»

Ο Μάρκο έμεινε άφωνος, νόμισε προς στιγμή, ότι θα σωριαστεί στο πάτωμα.

«Πώς… Εσύ; Πώς…δηλαδή…»

«Ραντεβού στο καφέ του Adler, σε μία ώρα, τί λες;»

«Ε… ναι, ναι»

Μέτραγε τα λεπτά σαν ημέρες, τελικά αποφάσισε να περπατήσει ως εκεί, γιατί να περιμένει στο σπίτι δεν μπορούσε άλλο.

Ο Χέρμαν είχε ήδη φτάσει κι απολάμβανε ένα αρκετά δυσεύρετο ποτήρι κονιάκ, τόσο δυσεύρετο που του έκανε εντύπωση, πώς γινόταν αν πίνει κάτι τέτοιο σε δημόσιο χώρο…

«Α! Μάρκο! Κάθισε, παρακαλώ!»

Έκανε νόημα στο σερβιτόρο, ο οποίος ήρθε γρήγορα με ένα ποτήρι κονιάκ και το άφησε μπροστά από το Μάρκο. Το ήπιε μονορούφι κι ο Χέρμαν παράγγειλε άλλο ένα.

Ο Μάρκο κοίταγε σαν χαμένος το άπειρο, σαν το βλέμμα του να χανόταν πέρα από την πύλη του Βραδιμβούργου, να πέρναγε πάνω από Reichstag, να έβλεπε το Βερολίνο από ψηλά, τη Γερμανία, ολόκληρο τον κόσμο και να μπορούσε να βρει τη λύση στο γιατί. Γιατί αυτή;

«Μάρκο; Με ακούς Μάρκο;»

«Μμμ; Τί λες; Μα! Καλά, πώς εσύ;»

Ο Χέρμαν γέλασε…

«Αγαπητέ μου Μάρκο… Μα τότε γιατί με πήρες στο τηλέφωνο;» ρώτησε σοβαρά

«Νομίζεις ότι η Πατρίδα κοιμάται, Μάρκο; Ήσουν ένα θύμα της! Αυτό ήσουν! Ένα θύμα της!»

Επανέλαβε τη φράση σα να προσπαθούσε να τον πείσει για την ειλικρίνεια των λόγων του.

«Θύμα; Ποιό θύμα; Τί μου λες Χέρμαν;»

«Καλέ μου Μάρκο, όσο εσύ ζαλισμένος από τη γοητεία της, ζούσες ένα παράφορο έρωτα, αυτή κατασκόπευε τη Βέρμαχτ! Το πιστεύεις; Τη Βέρμαχτ!» Γέλασε μέσα από τη καρδιά του σαν ανν ήθελε να καρπωθεί λίγο από τηνεπιτυχία των μυστικών υπηρεσιών. Άλλωστε, εκτός από γιατρός και φίλος του Μάρκο, ήταν και λοχαγός της Gestapo. Αντικατασκοπεία. Τόσο πετυχημένος στη δουλειά του που του είχαν αναθέσει να βρει κάποια φόρμουλα που θα μπορούσαναν χορηγούν στους αιχμαλώτους και να μαθαίνουν τα μυστικά τους. Πώς του το είπαν; Ορό της αλήθειας…

Εδώ που τα λέμε, είχε βάλει κι αυτός το χεράκι του στην αποκάλυψη της. Για φαντάσου… ΑΝ εκείνη τη βραδυά την είχε κάνει δική του… Αν. ΑΝ δεν τον είχε απειλήσει ότι θα τον μαρτυρούσε στο Μάρκο, αν, αν, αν… Η σκύλα έπαθε ό,τι της άξιζε. Ας μην τον έδιωχνε έτσι, σκέφθηκε φευγαλέα, πίνωντας μια γουλιά ακόμη κονιάκ.

Κοίταξε το Μάρκο, χλωμό με χαμένο βλέμμα. Φοβισμένο, σχεδόν να τρέμει. Ήξεραν κι οι δύο τί την περίμενε.

«Πρέπει να τη βοηθήσω Χέρμαν, καταλαβαίνεις;»

«Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Ξέχασέ το Μάρκο»

«Μα τί λες τώρα;;; Είναι δυνατόν;»

«Μάρκο, άκουσέ με! Μην μπλέκεις περισσότερο! Σε κακό θα σου βγει…»

Ο Μάρκο σηκώθηκε, έντρομος και συγχισμένος από το τραπέζι κι άρχισε να τρέχει προς το κέντρο. Σύντομα συνέχισε βαδίζοντας σε μια προσπάθεια να συγκεντρωθεί και να μην τραβήξει την περιέργεια των αστυνόμων πάνω του.

Πέρασε τη νύχτα καπνίζοντας δίπλα από το παράθυρο, το πρωί έφυγε για την κλινική. Βρήκε τον καθηγητή του και του εξήγησε την κατάσταση. Τον ικέτεψε για βοήθεια και πραγματικά σε μερικές μέρες του είχε νέα. Είναι τώρα ένα δύο μήνες που κάποιος ειδοποίησε τη Γκεστάπο πως αυτή κάνει περίεργες δουλειές τις νύχτες. Την παρακολούθησαν και το ένα φέρνει τ’ άλλο δεν ήθελε και πολύ. Στο σπίτι της μπαινόβγαιναν διάφοροι. Ταγματάρχες, στρατηγοί, άνθρωποι του κόμματος κι αυτός… Τα πράγματα ήταν σοβαρά γι’ αυτήν.

Έπρεπε να τη συναντήσει, να τη δει, πώς θα το κατάφερνε;

«Αχ Μάρκο… Με φέρνεις σε δύσκολη θέση νεαρέ μου… Είναι και που αρνείσαι τόσο έντονα να γίνεις μέλος στο κόμμα και αυτό δημιουργεί άσχημες εντυπώσεις, καταλαβαίνεις;» Τελικά τα κατάφερε.Την είδε μία μέρα πριν φύγει για το Νταχάου. Κι οι δυο ήξεραν πως αυτό ήταν το τέλος. Το δικό της…

«Μάρκο, πρέπει να φύγεις!»
«Γιατί; Τι συμβαίνει;»
«Δεν μπορώ να σου πω όμως κινδυνεύεις. Πρέπει να φύγεις, να σωθείς!»

«Μίλησε μου! Τί συμβαίνει;»

«Σε ικετεύω! Μην με πιέζεις άλλο! Φύγε μόνο να σωθείς!»

Έφυγε και γύρισε πίσω στο κελλί της αφήνοντας τον αποσβωλομένο. Την επόμενη μέρα την είδε στο τραίνο χωρίς επιστροφή. Για καλή του τύχη, κινήθηκε γρήγορα κι έξυπνα. Βρήκε παλιούς γνωστούς της, που ξέρουν «κάποιους» και φυγαδεύτηκε. Στην αρχή Ελβετία, και μετά από την κατεχόμενη Γαλλία στην Ισπανία και μετά Πορτογαλία…

Μια καινούρια ζωή ξεκινούσε και αυτή τη φορά δεν θα έφευγε από πουθενά σα κυνηγημένος.

18
Ιον.
07

Part 3

 
Get this widget | Share | Track details

΄Ηταν μήνες που είχε αφήσει εκείνο το βρωμερό, αποπνυκτικό μέρος στα λιμάνια της Λισαβώνας και είχε μπειστο πλοίο που θα τον πήγαινε στη γη της ελευθερίας. Πέρασε πολλές εβδομάδες στο Ellis island περιμένωντας την πολυπόθητη άδεια εισόδου. Εκεί γνώρισε τον υπόκοσμο των μεταναστών και χάρις στις ιατρικές του γνώσεις και την εχεμύθια του, στα «ατυχήματα» διάφορων κυριώς Ιταλών και Ιρλανδών, απολάμβανε την εκτίμηση μα περισσότερο την ασφάλεια όλων. Δεν άργησε και πολύ να γίνει ο εκλεκτός των Ιταλών της πιάτσας… Ήταν βλέπεις κι ο πόλεμος και οι Ιρλανδοί κι άλλοι ακούγοντας το όνομα, ένοιωθαν έχθρα. Steinberg Marko…

Ο Giacomo, ο «πρίγκηπας» της δυτικής πτέρυγας των εγκαταστάσεων, τον είχε σαν αδελφό του, μετά τη μαχαιριά που δέχθηκε στα πλευρά και ο Μάρκο τον φρόντισε νύχτα μέρα.
Marko, sei una bella figura! Non ti preoccupare di niente… Τον διαβεβαίωνε κάθε μέρα και πράγματι, ο Μάρκο πήρε την άδεια εισόδου ως εβραίος φυγάς. Απέναντι τον περίμενε ένα αυτοκίνητο που τον οδήγησε στο Τζιάκομο.

«Γιατρέ καλώς ήρθες!» τον φίλησε σταυρωτά κάτι που ο Μάρκο ποτέ δεν μπορούσε να καταλάβει, αλλά δεν θα το έκανε και ποτέ θέμα. «Σου το είχα πει ότι θα σε φροντίσω, σου χρωστάω τη ζωή μου κι εσύ θα είσαι υπό την προστασία μου. Γιατρέ λύθηκαν τα προβλήματα σου! Καλώς ήρθες στην Αμερική!!!»

Τα γόνατά του λύγιζαν στη σκέψη πως τα είχε καταφέρει.

Ο Τζιάκομο του βρήκε ένα δωμάτιο στη little Italy, στη γειτονιά που ο Δον Καλαμπρό είχε στα χέρια του, στον οποίο τις υπηρεσίες πρόσφερε ο Τζιάκομο και που με μεγάλη χαρά θα δέχονταν να έχουν το Μάρκο στην «οικογένεια». Οι καιροί ήταν δύσκολοι και ένας γιατρός που δεν μιλάει ήταν πολύτιμος, όσο ένα καλό μπαρ με το ακριβότερο αποσταγμένο ουϊσκυ.

Οι μέρες πέρναγαν κι ο Μάρκο ρουφούσε ανάσες ελευθερίας και ηρεμίας. Είχε μπει το φθινόπωρο για τα καλά και έξω έβρεχε καταρρακτωδώς, όμως απόψε ήθελε να βγει να πιεί και να ξαναθυμηθεί. Αυτή… και μόνο αυτή… Περπάτησε ως τη Broadway street στη γωνία με την 21η και συνάντησε το bar Metronome. Ήταν της οικογένειας κι αυτό και δεν θα είχε να φοβάται μη τυχόν και μπλεχτεί σε ανεπιθύμητες περιπέτειες. Ο μέτρ έστρεξε να του βρει ένα από τα καλύτερα τραπέζια, όμως αρνήθηκε. Ήθελε να κάτσει δίπλα στο μπαρ… Μόνος μακρυά από φώτα. Άναψε ένα τσιγάρο, και ήπιε μια γουλιά ουίσκυ, απ’ τα καλά βέβαια. Άκουγε το σαξόφωνο να αλυχτάει κάποια ερωτική μελωδία και το μυαλό του αφέθηκε να ταξιδέψει στο παρελθόν, τότε που όλα έδειχνα επικίνδυαν ερωτικά και δυνατά και έντονα. Ένας πίνακας με μπλε, έντονο μπλε και κόκκινο, σαν το αίμα, ήταν η ζωή του.

Ήταν τέτοια εποχή και ο πόλεμος είχε ξεδιπλωθεί για τα καλά… Η Βέρμαχτ είχε ανοίξει μέτωπα και δυτικά αλλά και μόλις λίγους μήνες πριν τα στρατεύματα κόντευαν να φτάσουν στη Μόσχα, αλλά διαβάζοντας τις εφημερίδες προετοίμαζαν μια μεγάλη επίθεση σε κάποια πόλη Στάλινγκραντ. Φοβόταν πως σύντομα θα ερχόταν η σειρά του για το μέτωπο. Κάτι οι γνωριμίες του καθηγητή κι οι τρομακτικές ελλείψεις σε προσωπικό στο νοσοκομείο όπως και οι γοητευτική επίδραση που είχε Αυτή σε όσους αποφασίζουν στη Βέρμαχτ, η κλήση του είχε χαθεί στους λαβύρνθους της γραφειοκρατίας, όμως για πόσο;

Απόγευμα Κυριακής και απολάμβαναν ένα φανταστικό μελαγχολικό ηλιοβασίλεμα, με τον ουρανο να πλυμμηρίζει από τις αποχρώσεις του κόκκινου και του μωβ. Άναψε ένα τσιγάρο,έβαλε ένα δίσκο στο γραμμόφωνο και κάθισε δίπλα της να την παρατηρεί, γυμνοί κι οι δύο, μικροί θεοί σε μια χώρα ρημαγμένη στο φόβο και την ανέχεια.

«Τί σκέφτεσαι;» τη ρώτησε

«Τα όνειρά σου, τις λαχτάρες σου να φύγεις από ‘δω για άλλα μέρη»

«Και; Θέλεις να με ακολουθήσεις;»

Γέλασε μέσα από την καρδιά της…

«Καλέ μου Μάρκο… Έλα φιλήσε με πάλι και ας αφήσουμε αυτές τις σκέψεις να μη μας χαλάνε τη διάθεση»

15
Ιον.
07

Part 2

 
Get this widget | Share | Track details

Maria Dedousi said:

Κεφάλαιο 24Μια νύχτα στη Λισσαβώνα-

«Ναι, την ήξερα. Και ποιός δεν την ήξερε άλλωστε. Ωραία γυναίκα. Ξωτικό, νεράιδα… Άτυχη πολύ».

Ο άντρας πήρε ακόμα ένα τσιγάρο από την ταμπακιέρα του Μάρκο και το άναψε με πολύ σταθερά χέρια. Ο Μάρκο κοίταξε το ρολόι του. Δύο ώρες ακόμα πριν σαλπάρει το πλοίο που θα τον πάρει για πάντα μακριά από την καταραμένη ήπειρο. Σηκωσε το βλέμμα και κοίταξε γύρω του. Το καταγώγιο μύριζε κλεισούρα, τσιγάρα και ποτό. Μύριζε θάνατο και απελπισία. Όπως όλη η Ευρώπη. –

«Προσπάθησαν πολλοί να την σώσουν. Είχε καλές γνωριμίες η κυρία. Όμως ήταν αργά. Την έστειλαν, ακούστηκε, με τα τρένα. Δε βαριέσαι… Ο έρωτας την έφαγε κι αυτήν. Τι τον θέλεις τον έρωτα μέσα στο χαμό, κυρία μου; Δε σου φτάνουν όλα τα άλλα;»

Ο Μάρκο σταμάτησε να ακούει και η φωνή του άντρα ακουγόταν στα αυτιά του σαν θόρυβος, μακρινός και ενοχλητικός. Απ’ όλα αυτά τίποτα δεν είχε νόημα. Τα πράγματα είχαν σταματήσει εδώ και καιρό να έχουν νόημα και λογική. Το μόνο που είχε πλέον νόημα ήταν να φύγει. Να φύγει μακριά…-

«Φυγάδευσε τον εραστή της. Ήταν ένας από αυτούς που προσπάθησαν να σκοτώσουν τον Χίτλερ. Ξέρω και γω… Πολλά ακούστηκαν μετά. Ότι είχαν κανονίσει, λέει, να φύγουν μαζί, αλλά εκείνος την πούλησε για να γλιτώσει το τομάρι του… Που να ξέρεις. Μέσα σ’ αυτόν τον χαμό, τι τους θέλεις τους έρωτες κυρία μου…»

Από ένα γραμμόφωνο στο βάθος ακουγόταν ένα γρατζουνισμένο τανγκό. Δεν υπήρχε κανείς για να χορέψει.

«Κι εσείς, για να έχουμε καλό ρώτημα, πώς από δω;» ρώτησε ο άντρας τον Μάρκο, ανάβοντας άλλο ένα τσιγάρο. –

«Θα ταξιδέψω για την Αμερική», απάντησε εκείνος όχι πολύ πρόθυμα. Η Λισσαβώνα ήταν γεμάτη από δύο ειδών ανθρώπους: Φυγάδες και χαφιέδες. Μέχρι να δει την καταραμενη γη να απομακρύνεται, ο Μάρκο ήξερε ότι δεν θα μπορούσε να αισθάνεται ασφαλής. –

«Στην Αμερική, ε… Ωραία στην Αμερική. Κι εγώ θα πάω. Σύντομα. Δεν έμεινε τίποτα εδώ».

Ο Μάρκο κοίταξε και πάλι το ρολόι του. Ήταν, επιτέλους, ώρα. Σηκώθηκε από την καρέκλα και άφησε μερικά χαρτονομίσματα πάνω στο τραπέζι. –

«Καλό ταξίδι», του είπε ο άντρας, «αλλά, μόνος ταξιδεύετε; Την κυρία σας που την αφήσατε;»-

«Στο Βερολίνο. Την άφησα στο Βερολίνο».

(Τίτλος και έμπνευση δανεισμένα από το βιβλίο του Έριχ Μαρία Ρεμάρκ «Μία νύχτα στη Λισσαβώνα»)
15 June 2007 10:23

13
Ιον.
07

Last tango in Berlin Part 1

 
Get this widget | Share | Track details

Άνοιξε τα μάτια αργά το μεσημέρι, περασμένες 2. Θα ήθελε να μπορεί να κοιμηθεί κι άλλο.

Σηκώθηκε και έψησε καφέ. Κοίταξε έξω από το παράθυρο, ανάβωντας τσιγάρο, παρατηρούσε τον κόσμο να πηγαινοέρχεται βιαστικά, προσπαθώντας να φτάσει γρήγορα στον προορισμό του και να αποφύγει τη καλοκαιρινή βροχή του Αυγούστου.

Ήπιε μια γουλιά από τον καφέ του μαζεύοντας τις σκέψεις του. Έβαλε ένα δίσκο στο γραμμόφωνο και άκουσε το γρατζούνισμα της βελόνας λίγο πριν αντηχήσει η φωνή της Μαρλεν Ντήτριχ, μεθυστική και μαγική, να σε συνεπαίρνει σαν το απαλό ρεύμα του Σπέερ την άνοιξη, όταν κάνεις βαρκάδα τα πρωϊνά των Κυριακών.

Είναι καιρός που δεν είχε ασχοληθεί με τις βαρκάδες, όπως και πολλά άλλα πράγματα άλλωστε…

Άνοιξε την εφημερίδα του, προσπαθώντας να συμπεριφερθεί όσο πιο φυσιολογικά μπορεί. Διάβαζε ή καλύτερα προσποιούταν στον εαυτό του ότι διαβάζει τα άρθρα της εφημερίδας. Κάπου κάπου του τραβούσε το βλέμμα κάποιος τίτλος άρθρου, κυρίως γύρω από την υστερία που είχε πιάσει την κυβέρνηση για την επέκταση της χώρας και την ανάγκη «ζωτικού χώρου»…

Συνοφρυώθηκε και σκέφθηκε, πόσο ανησυχητικά ακούγονταν όλα αυτά. Σχεδόν ένοιωσε αηδία και φόβο, σκεφτόμενος ότι έχασε τον πατέρα του στον τελευταίο πόλεμο. Η ειρωνία ήταν πως σκοτώθηκε λίγες μέρες πριν τη συνθηκολόγηση. Τότε που όλα έδειχναν ότι η ήττα είναι αναπόφευκτη. Οι αμερικάνοι και οι Άγγλοι σφυροκοπούσαν ασταμάτητα εβδομάδες τώρα. Όλοι μίλαγαν πως το τέλος είναι κοντά.

Αυτά πέρασν πια και αυτό που έχει σημασία είναι το τώρα. Το χθες μάλιστα. Μια βραδυά καλοκαιρινή, φεγγαρόλουστη γεμάτη υποσχέσεις και βλέμματα μαγεμένα!

Κάπως σαν και τη σημερινή μέρα, ξύπνησε αργά, βαριεστημένα όμως, μη έχοντας όρεξη να σηκωθεί από το κρεββάτι, όμως αυτή η δεξίωση δεν μπορούσε να αναβληθεί.

Πού ξανακούστηκε άραγε, νέος γιατρός να αγνοήσει την πρόσκληση του ίδιου του καθηγητή στη δεξίωση προς τιμή των αρραβώνων της κόρης του!.. Το μέλλον του θα ήταν καταδικασμένο αν και η παραμονή του στη δεξίωση είναι σίγουρα καταδικασμένη στην ανία…

Φόρεσε το φράκο του και καβάλησε το ποδήλατό του, να κατηφορησει μέχρι το τραμ. Η οικεία του καθηγητή Χερ Σμιτ ήταν αρκετά μακρυά για να φτάσει με το ποδήλατο. Μετά από μία περίπου ώρα, βρισκόταν μπροστά από τη καγκελόπορτα της οικίας του Χερ Σμιτ. Το κτήριο-ανάκτορο δεν φαινόταν, αφού ο φράκτης ήταν πνιγμένος από κισσούς και γιασεμιά, χαρίζοντας μια απίστευτη ευωδιά στο δρόμο και τη γειτονιά. Έσπρωξε τη καγκελόπορτα και είδε το ανάκτορο του καθηγητή του, κληρονομιά της μητέρας του, γόνος ευκατάστατων βαρώνων.

«Α! Χερ Φίσερ! Καλώς ήρθατε νεαρέ μου!»

«Κύριε καθηγητά, τα σέβη μου. Είναι μεγάλη μου τιμή, που…»

«Μα σας παρακαλώ νέε μου, μην το συζητατε παρακαλώ. Είναι χαρά μου να έχω δίπλα μου έναν από τους πιο ικανούς και άξιους ανερχόμενους συναδέλφους του Βερολίνου! Περάστε παρακαλώ!»

Ακολούθησε τον καθηγητή και δέχθηκε με ανακούφιση τη δροσερή σαμπάνια.

Veuve Clilicquot του ’33… Απίστευτη γεύση, αν και μάλλον αρκετά δυνατή για τις αντοχές του. Ίδρωσε στη σκέψη ότι μπορεί να ζαλιζόταν μπροστά σε τόσο κόσμο!..

Περιφερόταν χαζεύοντας όλους τους παριστάμενους και ένιωσε ιδιαίτερο άγχος, συνειδητοποιώντας πως όλη η αφρόκρεμα του Βερολίνου ήταν εκεί. O Dr Jung, ο Dr Kocher… Κι εκεί ο Dr Eiselberg ο υιος αφού ο διάσημος πατέρας είναι κάποια χρόνια που είχε πεθάνει. Αυτό βέβαια δεν εμπόδισε τον ευτυχή διάδοχο να εκμεταλλευθεί τη φήμη του εκλιπόντος και να αναριχηθεί στη Βερολινέζικη κοινωνία, μέσα σε λίγες μόνο νύχτες…

Η δεξίωση κύλησε ως αναμένετο, με το ζευγάρι να κάνει την πρώτη δημόσια εμφάνισή του υπό τους ήχους βαυαρικών μελωδιών καθώς και ύμνους του κόματος, αφού ο καθηγητής ήταν επιφανές μέλος του ναζιστικού κόμματος και μάλιστα προσωπικός γιατρός του Χερ Ες.

Η πολιτική είναι κάτι που δεν αφορούσε τον Μάρκο και από τη στιγμή που εξελέγη η κυβέρνηση, πρέπει να είναι κάπου 5-6 χρόνια πια, που ο Χίτλερ έγινε Καγκελάριος, συχνά βρέθηκε στη δύσκολη θέση να προσπαθεί να αποφύγει να γραφτεί στις τάξεις των επιστημόνων του κόμματος. Μάλιστα ο καθηγητής τον πιέζει σχεδόν καθημερινά, υποστηρίζοντας ότι η Γερμανία και το κόμμα χρειάζονται νέους σαν το Μάρκο.

Η διάθεση είχε πια χαλαρώσει, η ώρα άλλωστε ήταν αρκετά προχωρημένη και η ορχήστρα έπαιζε πιο ελαφρές μελωδίες, μάλιστα σαν να έπιασε το αυτί του κάτι που έμοιαζε με Glen Miller! Αμερική… Πότε θα μπορούσε να την επισκεφθεί άραγε… Ταξίδευε με τη μουσική και με τη σαμπάνια, όταν είδε μια σιλουέτα να κινείται ανάμεσα στο πλήθος και να τον πλησιάζει.

Έβγαλε ένα τσιγάρο, τον κοίταξε και έβαλε το τσιγάρο στο στόμα της

«Λοιπόν;» τον ρώτησε ανυπόμονα

«Συγνώμη! Ξεχάστηκα, λάθος μου! Επιτρέψτε μου» Έβγαλε τον αναπτήρα του και της άναψε το τσιγάρο.

«Να σας συστηθώ mein Freulein, Μάρκο, Μάρκο…»

«Δε χρειάζονται τα ονόματα, όχι σήμερα… Μάρκο. Τί λες;»

Ένοιωσε τα μάγουλά του να κοκκινίζουν και ένας κόμπος στο λαιμό του, τον εμπόδιζε να μιλήσει.

«Ναι, φυσικά, πώς…»

Χαμογέλασε και έτριψε τις παλάμες του στο πλάι των μηρών του, δείχνοντας την αμηχανία του.

«Εεε…»

«Γιατί σε πλησίασα, θέλεις να με ρωτήσεις;»

Γέλασε αμήχανα με την αμεσότητά της και δεν μπορούσε παρά να μην συμφωνήσει με την ερώτηση της πανέμορφης γοητευτικής γυναίκας που στεκόταν απέναντί του. Με την άκρη του ματιού του είδε κάποιους να ψιθυρίζουν μεταξύ τους με αυτή την περίσταση.

«Είστε ο πιο γλυκός παράταιρος νεαρός, τόσο φρέσκος και γοητευτικά γλυκός!..»

Ιδρώτας έτρεχε στην πλάτη του πια και ένοιωθε τόσο αμήχανα που μάλλον θα λιποθυμούσε…

«Τί λες Μάρκο, πάμε;»

«Πού;»

«Κάπου πιο ζωντανά από εδώ καλέ μου…»

Σε λίγα λεπτά ήταν στο πίσω κάθισμα της λιμουζίνας και ο οδηγός τους πήγαινε προς το κέντρο, Under den Linden με προορισμό τα καμπαρέ της περιοχής.

Η επιγραφή απ’έξω έγραφε «La Noche» και μάλλον δεν θα το κοίταγες ποτέ, πόσο μάλλον να μπεις και μέσα…

Κόκκινο φως σε μερικές γωνιές του, κατα τα άλλα σκοτεινού μπαρ και λίγο φως των κεριών σε μερικά τραπέζια, έδιναν μια υπέροχη ατμόσφαιρα, υπόκοσμη, δυνατή και ικανή να σε κάνει να χάσεις την επαφή με τη ζωή και να μπεις σ’ένα κόσμο τόσο μυθηστορηματικό…

Τανγκό ακουγόταν να πλυμμηρίζει το χώρο και λίγα ζευγάρια χόρευαν, ενώ οι περισσότεροι μιλούσαν χαμηλόφωνα αφοσιωμένοι στο ζευγάρι τους.

«Χορεύεις Μάρκο;»

«Μα και βέβαια!»

Προσπαθούσε να πάρει το βλέμμα του από τα μάτια της και να συγκεντρωθεί στο χορό, όμως τα μαύρα αυτά μάτια τον είχαν μαγνητίσει και τον κοιτούσαν άλλωστε τόσο έντονα, που του ήταν αδύνατο να κοιτάξει κάπου αλλού.

Παρασύρθηκαν στο χορό και στη μέθη του ταγκό. Δεν μιλούσαν, μόνο ακομπούσαν τα κορμιά τους και ταξίδευαν σε κόσμους αλλοτινούς και άγνωστους για τον Μάρκο, γοητευτικούς και ερωτικούς. Μαγεμένες μελωδίες σκόρπιζαν διονυσιακές αισθήσεις και η σάρκα δεν είχε παρά να βρει το ταίρι της…

Αποκαμωμένοι, συνειδητοποίησαν ότι χορεύουν ασταμάτητα ένα συνεχές τανγκό την τελευταία ώρα χωρίς να ξεκολλήσουν τα βλέμματά τους και τα κορμιά τους, ο ιδρώτας είχε πάρει μακρυά κάθε προσποιητή αντίσταση. Φιλήθηκαν, στη μέση της πίστας αδιαφορώντας για τον κόσμο που βρισκόταν εκεί.

Έφτασαν στο σπίτι της, στα περίχωρα του κέντρου στo Charlottenburg, μια διοροφη μονοκατοικία κληρονομιά του πλούσιου συζύγου της που έχασε μόλις μια εβδομάδα μετά τον γάμο-παρωδία που η οικογένειά της είχε απαιτήσει. Ήταν μόλις 19 χρονών και ο υποψήφιος σύζυγος βαρώνος von Papen βρισκόταν ήδη στη έκτη δεκαετία της ζωής του, όμως ο πατέρας της δεν σκφτόταν αν το συζητήσει περισσότερο. Ένας γάμος συμφέροντος τόσο για την ίδια όσο βεβαίως και για την επιχείρησή του που πια θα μπορούσε να πάρει την οικονομική ανάσα που έψαχνε.

Πέταξαν τα ρούχα τους και ό,τι δεν έβγαινε απλά σκίστηκε… Γεύτηκαν τα κορμιά τους και ενώθηκαν στο πιο καυτό και συνάμα γλυκό ταξίδι.

Τους βρήκε το πρωί, παραδομένους στο πάτωμα να κοιτούν την ανατολή. Έφαγαν πρωινό στο κρββάτι.

«Πρέπει να φύγεις τώρα. Θα σε δω σε λίγες μέρες Μάρκο, όμως.»

Τον φίλησε ξανά στο στόμα, απαλά όμως σαν δυο εραστές που γνωρίζουν ο ένας τον άλλο χρόνια.
«Αρκεί να μην αργήσεις mein freulein» Έγραψε σ’ένα κομμάτι χαρτί τη διεύθυνση του και ντύθηκε.

Έφυγε από το σπίτι και βγαίνοντας στο φρέσκο αέρα, ένοιωσε μια γλυκιά κούραση αλλά και την ένταση της νύχτας να τον συνεπαίρνει. Πήγε με τα πόδια ως το σπίτι και κοιμήθηκε με τη σκέψη του σε αυτή…

Πώς θα συνεχιστεί η ιστορία;